Ο άτλας

Δεν μπορώ να θυμηθώ την πρώτη φορά. Ξέρω όμως ότι για πολλά χρόνια δεν είχα άλλο παιχνίδι που να αγαπούσα περισσότερο από αυτό, κι ας μην ήταν δικό μου: τον πράσινο άτλαντα του Reader’s Digest με το χοντρό εξώφυλλο και τους ολοσέλιδους χάρτες που με ταξίδευαν κάθε απόγευμα μετά το σχολείο στα πιο απίθανα μέρη του κόσμου: από το Γκραν Κάνυον στην παγωμένη Γροιλανδία κι από το Σινικό Τείχος στη Γη του Πυρός. Η αδελφή του πατέρα μου τον φυλούσε πάντα στην ίδια θέση, στο δεύτερο από αριστερά ράφι της βιβλιοθήκης, και μου έκανε πάντα παρέα στις σύντομες αλλά μακρινές φυγές μου από την πραγματικότητα: “Θες να πάμε ταξίδι;”, τη ρωτούσα. Εκείνη άνοιγε μια τυχαία σελίδα στο μαγικό βιβλίο και ξεκινούσαμε. Άλλοτε μου διηγιόταν ιστορίες από τις χώρες που είχε επισκεφθεί άλλοτε προσπαθούσαμε μαζί να φανταστούμε το χρώμα των αγρών και του ουρανού, τις μυρωδιές και τα χαμόγελα των ανθρώπων σε όσες χώρες μου κινούσαν την περιέργεια αλλά δεν είχε τύχει ποτέ να γνωρίσει η ίδια σε κάποιο από τα ταξίδια της.

Ήρθε η στιγμή που οι φανταστικές περιπλανήσεις δε μου έφταναν. Σταμάτησα να της ζητώ να ταξιδέψουμε, γιατί δεν έβρισκα νόημα σε όλο αυτό. Οι σελίδες του άτλαντα είχαν φθαρεί, τον είχα μάθει απέξω. Διψούσα πια να δω με τα μάτια μου το Γκραν Κάνυον και τη Γροιλανδία, το Σινικό Τείχος και τη Γη του Πυρός. Πέρασαν 20 χρόνια από τότε κι όμως σε τούτα τα μέρη -και σε άλλα πολλά, δεκάδες, εκατοντάδες- δεν έχω πάει ακόμα. Από την άλλη, δε βιάζομαι και τόσο. Ίσως γιατί ξέρω πως αργά ή γρήγορα θα γίνει κι αυτό. Ο πράσινος άτλας με το χοντρό εξώφυλλο με έμαθε να αγαπώ τα ταξίδια. Να τα σχεδιάζω, να τα περιμένω με καρδιοχτύπι σαν μικρό παιδί, να τα απολαμβάνω. Και νομίζω πως τελικά αυτό μετράει πιο πολύ.

Advertisements

Ξανά μαζί…

Το να γυρνάς μετά από χρόνια κάτω από συνθήκες πέρα για πέρα διαφορετικές σε μέρη στα οποία βρέθηκες παλιότερα και μπορεί να σε ενθουσίασαν, να σου έκαναν απλώς εντύπωση ή ακόμα και να σε άφησαν σχεδόν αδιάφορο έχει μια γοητεία που δε μετριέται σε φωτογραφικά στιγμιότυπα, εισιτήρια μουσείων και άλλα ταξιδιωτικά κλισέ.

Τη Μαδρίτη τη γνώρισα το 2000. Τότε την είχα βρει κάπως μουντή, υπερβολικά «μεγαλόπρεπη» για τα γούστα μου, σε σύγκριση με την αέρινη Βαρκελώνη. Τη συνάντησα ξανά το 2004. Με επιφυλακτικότητα και –ομολογώ- αρνητική προδιάθεση. Στη διάθεσή μου είχα μπόλικο χρόνο κι έτσι την περπάτησα, ώσπου τα πόδια μου πρήστηκαν και δεν με κρατούσαν άλλο. Σεργιάνισα στις γειτονιές της, βόλταρα στην Chueca, το Lavapies, τη Malasana. Παραδόθηκα στην εξωστρέφειά της. Κατάλαβα πως η Μαδρίτη έχει γωνιές, κι οι γωνιές ως είθισται θέλουν το χρόνο τους για να τις ανακαλύψεις. Όταν, μερικούς μήνες αργότερα επέστρεψα, αυτή τη φορά για τη διεθνή έκθεση (feria) σύγχρονης τέχνης ARCO 2005, είδα μια άλλη Μαδρίτη, ακόμα πιο ζωντανή, πιο γιορτινή. Ίσως βέβαια και να ήθελα εγώ να τη δω έτσι.

Δεν ξέρω πως θα ‘ναι τώρα, δυο χρόνια αργότερα. Ξέρω όμως πως αυτή την πόλη δεν τη νιώθω απλώς οικεία αλλά δικιά μου. Έχει ατμόσφαιρα, έχει χαρακτήρα, έχει παλμό… Ό,τι κι αν προκύψει, ένα δείπνο στο La Musa (http://lamusalatina.com) πάντως θα το εισηγηθώ. Θα είμαστε 3, μπορεί και 4 (ή μήπως 5, Μελινάκι;). Και αν μη τι άλλο θα ‘χουμε πολλές ιστορίες να αφηγηθούμε και πολλές Μαδρίτες να μοιραστούμε σε τούτη τη φθινοπωρινή μας σύναξη…

Going to a town…

Όποιος δεν ταξιδεύει δεν γνωρίζει την αξία των ανθρώπων…“. Στα λόγια του Μπατούτα επιστρέφω κάθε φορά που επιστρέφω κι από κάθε μου περιπλάνηση -είτε αυτή είναι μοναχική είτε με παρέα είτε με έναν αλλόκοτο, πλην όμως γοητευτικό συνδυασμό και των δυο μαζί. Προσπαθώ να θυμάμαι ονόματα, μέρες, περιστατικά, λεπτομέρειες – δεν τα συγκρατώ πάντα. Τα γράφω σκόρπια σε χαρτιά που μήνες αργότερα βρίσκω καταχωνιασμένα σε τσάντες, βιβλία, ημερολόγια, τσέπες μπουφάν, θήκες από αδειανά πορτοφόλια…

Στις 6 Οκτωβρίου φεύγω για Λισσαβώνα. Στις 9 θα είμαι στο Πόρτο, στις 11 στη Μαδρίτη για ένα “αντάμωμα” φίλων από τα παλιά που περίμενα εδώ και καιρό, κι επιτέλους ήρθε με καθυστέρηση 7 χρόνων… Μέχρι τότε εδώ θα τριγυρίζω… Και θα βάζω στο ipod να παίζει Rufus Wainwright – Going to a town.